Γλωσσάρι / Glossary

  • Δούρειος ίππος

    δούρειος σημαίνει ξύλινος, είναι ο αττικός τύπος του επιθέτου δουράτεος.

    Συγγενείς λέξεις: Είναι ομόρριζο με το αρχαίο δρῦς (δέντρο, βελανιδιά) και το δόρυ (κοντάρι, ακόντιο)

    Ο Δούρειος Ίππος στην ελληνική μυθολογία είναι κατασκευή εμπνευσμένη από τον Οδυσσέα, που κατασκεύασαν οι Αχαιοί, ένα ξύλινο άλογο, κρύπτη για να καταλάβουν την Τροία.

    Κατ’ επέκταση σημαίνει οποιοδήποτε τέχνασμα αποσκοπεί στην παραπλάνηση κάποιου.

  • Ευθετότερος

    συνώνυμο του καταλληλότερος, όταν οι συνθήκες είναι πιο πρόσφορες

    είναι ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου εύθετος

  • Ίζημα και ιζηματογενές πέτρωμα

    υλικό που κατακάθεται στον πυθμένα ενός υγρού.

  • Πέτρωμα

    Ανακυκλωμένα κομμάτια αρχαιότερων πετρωμάτων που αποτίθενται από το νερό, τον αέρα ή τον πάγο

  • Απολιθώματα

    Τα απολιθώματα είναι είτε λείψανα (υπολείμματα) φυτικών ή ζωικών οργανισμών που έζησαν πριν από τη σημερινή γεωλογική εποχή και κλείστηκαν σε στρώματα της γης (ιζήματα)

  • Φως

    κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική φῶς / φάος

    ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό

  • Σκιά

  • Δρόμος

    προέλευση από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα

    -drem

    η λέξη δρόμος σχηματίστηκε στην αρχαία ελληνική γλώσσα

    αρχικά η λέξη δήλωνε την ενέργεια της κίνησης και όχι το έδαφος

    πλέον έχει κυρίως χωρική και μεταφορική σημασία.

    είναι η λωρίδα εδάφους που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία δύο γεωγραφικών σημείων.

    στην φιλοσοφία λειτουργεί ως κοσμικό σύμβολο, μεταφορά για την εσωτερική αναζήτηση, τη γνώση και τη μετάβαση από την άγνοια στην αλήθεια.

    κατά τον Ηράκλειτο έχει την εξής σημασία:

    «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή»

    Ο δρόμος που ανεβαίνει κι ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ένας κι ο ίδιος δρόμος

    συμβολίζει την ενότητα των αντιθέτων και τη συνεχή ροή του κόσμου

  • Αφήγηση

  • Κίνηση